Λευκωσία, 5 Οκτωβρίου, 2026
ΚΟΙΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΟΕΔ ΟΕΛΜΕΚ ΟΛΤΕΚ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΡΙΣΜΩΝ
Σήμερα, 5 Οκτωβρίου, γιορτάζεται σε ολόκληρο τον κόσμο η Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών. Μια ημέρα αφιερωμένη στους ανθρώπους που καθημερινά βρίσκονται στις σχολικές αίθουσες, δίπλα στα παιδιά και τους νέους ανθρώπους, και υπηρετούν με συνέπεια, ευθύνη και αφοσίωση την εκπαίδευση και την κοινωνία. Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα, σηματοδοτεί την επέτειο από την υιοθέτηση της Σύστασης του 1966 της ΔΟΕ/UNESCO για το Καθεστώς των Εκπαιδευτικών, ενός θεμελιώδους διεθνούς πλαισίου που θέτει σαφείς προδιαγραφές για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών, την αρχική τους προετοιμασία και συνεχή τους επιμόρφωση, τις συνθήκες απασχόλησης, καθώς και το παιδαγωγικό και εργασιακό τους περιβάλλον.
Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο ότι επιλέξαμε τη σημερινή ημέρα για να πραγματοποιήσουμε τη δημοσιογραφική μας διάσκεψη. Οι τρεις εκπαιδευτικές οργανώσεις, η ΠΟΕΔ, η ΟΕΛΜΕΚ και η ΟΛΤΕΚ, επιλέγουμε συμβολικά την ημέρα που η παγκόσμια εκπαιδευτική κοινότητα τιμά τον εκπαιδευτικό, για να αναδείξουμε ένα ζήτημα που αφορά άμεσα την αξιοπρέπεια, την εργασιακή ασφάλεια και το μέλλον χιλιάδων εκπαιδευτικών, αλλά και την ίδια τη λειτουργία και την προοπτική του Δημόσιου Σχολείου.
Και εδώ υπάρχει μια σαφής και βαριά πολιτική ευθύνη. Από το 2015, όταν ψηφίστηκε η σχετική νομοθεσία, και από το 2017 που ψηφίστηκαν οι κανονισμοί της νομοθεσίας και εφαρμόστηκε στην πράξη με τις πρώτες εξετάσεις διορισίμων, έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια. Σχεδόν δέκα χρόνια, κατά τα οποία οι διαδοχικές πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας γνώριζαν ότι η μεταβατική περίοδος είχε ημερομηνία λήξης, γνώριζαν τα προβλήματα που δημιουργούνταν σε σχέση με την επαρκή στελέχωση των Δημόσιων Σχολείων, αντιλαμβάνονταν τις στρεβλώσεις του συστήματος που ήταν καθόλα εμφανείς και συνεχώς διογκώνονταν και γνώριζαν ότι χιλιάδες εκπαιδευτικοί παρέμεναν σε καθεστώς αβεβαιότητας. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρξε έγκαιρος, ολοκληρωμένος και υπεύθυνος σχεδιασμός για την οριστική και δίκαιη αντιμετώπιση του ζητήματος.
Η σημερινή πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΝ από το 2024 δεσμεύτηκε απέναντι στις Εκπαιδευτικές Οργανώσεις ότι θα υπάρξει διάλογος και ότι θα κατέθετε συγκεκριμένη πρόταση για την οριστική επίλυση του ζητήματος. Δύο χρόνια μετά, αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι ένα ασαφές κείμενο, χωρίς τις αναγκαίες εργασιακές διασφαλίσεις και χωρίς ξεκάθαρη απάντηση για το μέλλον χιλιάδων εκπαιδευτικών. Σημειώνεται επίσης, πως τον Σεπτέμβριο του 2024, το ΥΠΑΝ ανέφερε επίσημα πως είχε αποταθεί στη Νομική Υπηρεσία και αναμενόταν απάντηση επί σειράς ερωτημάτων που είχαν κατατεθεί, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Τελικά, η πολυαναμενόμενη απάντηση από τη Νομική Υπηρεσία, για δύο χρόνια πήγαινε από παράταση σε παράταση και μέχρι και σήμερα το ακριβές περιεχόμενό της δεν έγινε ποτέ γνωστό. Αυτό δεν μπορεί να αποτελεί την απάντηση μιας πολιτικής ηγεσίας που γνώριζε εξαρχής το μέγεθος και την κρισιμότητα του προβλήματος.
Τόσο η εν λόγω πρόταση όσο και οι δημόσιες τοποθετήσεις της Υπουργού, επιβεβαιώνουν δυστυχώς, ότι το εργασιακό μέλλον χιλιάδων εκπαιδευτικών που υπηρετούν για χρόνια το Δημόσιο Σχολείο παραμένει αβέβαιο. Η δημιουργία ενός «κλειστού μητρώου», το οποίο θα παρέχει αποκλειστικά τη δυνατότητα έκτακτου διορισμού, χωρίς προοπτική μονιμοποίησης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αλήθεια, ποια υπεύθυνη Κυβέρνηση μπορεί να αποδεχθεί ή και να ενισχύσει διαδικασίες που οδηγούν στη δημιουργία εκπαιδευτικών «εσαεί αορίστου χρόνου»; Μάλιστα, όταν η ίδια η Κυβέρνηση αρνείται να νομοθετήσει την προστασία τους από την απόλυση για σκοπούς πλεονασμού, διαιωνίζοντας μια κατάσταση αδικίας και άνισης μεταχείρισης μεταξύ εργαζομένων στη Δημόσια Υπηρεσία και στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία.
Σε ό,τι αφορά τη διόρθωση των στρεβλώσεων που έχουν προκύψει από τις εξετάσεις διορισίμων, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι αυτή θα γίνει εις βάρος των εκπαιδευτικών που έχουν ήδη παρακαθήσει στις εξετάσεις μέχρι και το 2025. Είναι προφανές ότι η ένταξη στον ίδιο κατάλογο εκπαιδευτικών που εξετάστηκαν με το υφιστάμενο σύστημα και εκπαιδευτικών που θα εξεταστούν με ένα νέο σύστημα, διαφορετικής φιλοσοφίας και χαρακτηριστικών, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα άνισης μεταχείρισης και δικαιοσύνης. Δεν μπορεί μια αλλαγή του συστήματος να μετακυλίει το κόστος στους εκπαιδευτικούς που έχουν ήδη ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις του υφιστάμενου πλαισίου.
Την ίδια ώρα, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Ποια Εκπαιδευτική Οργάνωση, που έχει ταχθεί διαχρονικά στον αγώνα για την προάσπιση και αναβάθμιση του Δημόσιου Σχολείου, μπορεί να αποδεχθεί πειραματισμούς και πρόχειρες λύσεις, οι οποίες ενδέχεται να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στελέχωσης από τον Σεπτέμβριο του 2027 και μετά, με ορατό τον κίνδυνο να υπάρξουν σχολεία χωρίς επαρκή εκπαιδευτική στελέχωση; Τα δεδομένα είναι συγκεκριμένα. Ποιοι εκπαιδευτικοί θα στελεχώσουν τα Δημόσια Σχολεία όταν οι ανάγκες είναι πολλαπλάσιες από τον αριθμό των εκπαιδευτικών που βρίσκονται σήμερα στον κατάλογο διορισίμων σε κλάδους όπως οι δάσκαλοι, οι φιλόλογοι, οι μαθηματικοί και άλλες ειδικότητες; Ποιοι εκπαιδευτικοί θα στελεχώσουν τα Προαιρετικά Ολοήμερα Δημοτικά Σχολεία, όταν εδώ και τρία χρόνια η στελέχωσή τους πραγματοποιείται αποκλειστικά από τον κατάλογο διοριστέων; Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι οι συμβασιούχοι μερικής απασχόλησης, οι οποίοι αποτελούν σημαντικό μέρος αυτής της στελέχωσης, απουσιάζουν εντελώς από το «κείμενο εργασίας» που έχει κατατεθεί από τον Ιούλιο του 2026.
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία όλο και περισσότεροι νέοι απομακρύνονται από το επάγγελμα του εκπαιδευτικού τόσο σε παγκύπριο όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε μια περίοδο κατά την οποία καταγράφεται μειωμένο ενδιαφέρον ακόμη και από αποφοίτους που έχουν σπουδάσει το αντικείμενο, να ενταχθούν στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία και να υπηρετήσουν το Δημόσιο Σχολείο. Και σε μια περίοδο κατά την οποία ήδη εντοπίζονται προβλήματα υποστελέχωσης ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, θα ανέμενε κανείς από το αρμόδιο Υπουργείο να προχωρήσει σε λύσεις που θα λειτουργούσαν υποστηρικτικά και ενθαρρυντικά, τόσο για τους υφιστάμενους όσο και για τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς. Αντί αυτού, το Υπουργείο Παιδείας προχωρεί σε ένα επικίνδυνο πείραμα και σε πρόχειρες λύσεις, οι οποίες αφήνουν χιλιάδες εκπαιδευτικούς αντιμέτωπους με την επαγγελματική ανασφάλεια. Παράλληλα, στερούν από τους νέους αποφοίτους την ευκαιρία να ενταχθούν άμεσα στο Δημόσιο Σχολείο, να προσφέρουν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους και να υπηρετήσουν την εκπαίδευση.
Τελικά, ποιους εκπαιδευτικούς θέλουμε και ποιο Δημόσιο Σχολείο οραματιζόμαστε; Για τις τρεις Εκπαιδευτικές Οργανώσεις, η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Το Δημόσιο Σχολείο χρειάζεται εκπαιδευτικούς που αγαπούν αυτό που κάνουν. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς που, παρά τις προκλήσεις και τις δυσκολίες, στέκονται δίπλα σε κάθε παιδί, το στηρίζουν και το βοηθούν να προχωρήσει. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς που δεν θα αποθαρρύνονται από την εργασιακή ανασφάλεια. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς με κύρος, αξιοπρέπεια και επαγγελματική ασφάλεια, που θα μπορούν να διδάξουν στα παιδιά και στους αυριανούς πολίτες ότι είναι χρέος όλων μας να διεκδικούμε ένα καλύτερο αύριο. Εκπαιδευτικούς που αισθάνονται τον σεβασμό από τον εργοδόττη τους, έμπρακτα. Χρειαζόμαστε ένα Δημόσιο Σχολείο ισχυρό, ποιοτικό και επαρκώς στελεχωμένο. Ένα Δημόσιο Σχολείο που δεν θα κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπο με σοβαρές ελλείψεις εκπαιδευτικών εξαιτίας πολιτικών επιλογών που δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις πραγματικές ανάγκες της Εκπαίδευσης.
Η κινητοποίηση της 8ης Οκτωβρίου στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: Δεν παίζουμε με το Δημόσιο Σχολείο και τους λειτουργούς του. Στέλνει το μήνυμα ότι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές μονομερείς αποφάσεις ούτε προτάσεις που δημιουργούν αδικίες ή θυματοποιούν εκπαιδευτικούς. Οι τρεις Εκπαιδευτικές Οργανώσεις θα συνεχίσουν να υπερασπίζονται το Δημόσιο Σχολείο, την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και τα δικαιώματα των εκπαιδευτικών.
Και το ξεκαθαρίζουμε: ΠΟΕΔ, ΟΕΛΜΕΚ και ΟΛΤΕΚ ούτε είχαμε ούτε έχουμε ως αυτοσκοπό τη σύγκρουση. Αυτό αποδεικνύεται και από τη διαχρονική συνδικαλιστική μας δράση και τη στάση ευθύνης που έχουμε επιδείξει. Ταυτόχρονα, όμως, ξεκαθαρίζουμε ότι κάθε ενδεχόμενο αδικίας εις βάρος των εκπαιδευτικών θα προκαλέσει την έντονη αντίδραση και την αποφασιστική παρέμβαση των τριών Εκπαιδευτικών Οργανώσεων.
Οι εκπαιδευτικοί που βρίσκονται είτε στον κατάλογο διοριστέων είτε στον κατάλογο διορισίμων, δεν είναι απλοί αριθμοί σε έναν πίνακα. Είναι άνθρωποι που εργάστηκαν, απέκτησαν πολύτιμη εμπειρία, στήριξαν μαθητές και σχολικές μονάδες και συνέβαλαν ουσιαστικά στην εύρυθμη λειτουργία της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Δεν μπορεί η Πολιτεία να ζητά από αυτούς τους ανθρώπους να υπηρετούν το Δημόσιο Σχολείο με συνέπεια και αφοσίωση και, την ίδια στιγμή, να τους αντιμετωπίζει ως αναλώσιμους.
Το Δημόσιο Σχολείο χρειάζεται σταθερότητα, σωστό σχεδιασμό, όραμα και σεβασμό στους ανθρώπους που το υπηρετούν. Και αυτή είναι μια ευθύνη που δεν μπορεί να μετακυλίεται στους εκπαιδευτικούς ούτε να αντιμετωπίζεται με πρόχειρες και αποσπασματικές λύσεις.
Καλούμε όλους τους εκπαιδευτικούς, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία, να δώσουν μαζικά το «παρών» στην κινητοποίηση της 8ης Οκτωβρίου. Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς. Αφορά το Δημόσιο Σχολείο, τα παιδιά μας και την ποιότητα της Εκπαίδευσης που θέλουμε να τους προσφέρουμε. Η συμμετοχή μας είναι μήνυμα ευθύνης, διεκδίκησης και υπεράσπισης του Δημόσιου Σχολείου.
Τέλος, καλούμε την Κυβέρνηση, να αφουγκραστεί επιτέλους την αγωνία χιλιάδων εκπαιδευτικών, να λάβει σοβαρά υπόψη τις τεκμηριωμένες θέσεις των Εκπαιδευτικών Οργανώσεων και να καταθέσει μια δίκαιη και ολοκληρωμένη πρόταση.
ΑΠΟ ΠΟΕΔ – ΟΕΛΜΕΚ - ΟΛΤΕΚ
Δελτίο Τύπου